Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

τί αντιπροσώπευαν οι αρχαίοι κίονες


Είναι γνωστό ότι για τους αρχαίους Έλληνες ο δωρικός και ο ιωνικός κίονας αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το άρρεν και το θήλυ.

Ο μεν δωρικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοεμφανίστηκε σε πόλεις των Δωριέων, έδινε, κατά τον Βιτρούβιο, «στους ναούς τις αναλογίες, τη στιβαρότητα και την ομορφιά τού ανδρικού σώματος».

Ο δε ιωνικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Ίωνες, όντας πιο ραδινός στην όψη από τον δωρικό, έχει πιο γυναικεία χάρη. Πάντα κατά τον Βιτρούβιο, «στη βάση του κίονα τοποθέτησαν, σαν υπόδημα, μία σπείρα, και δεξιά και αριστερά από το κιονόκρανο δύο έλικες, που κρέμονται σαν βόστρυχοι γυναικείας κόμης· τα μέτωπα τα διακόσμησαν με κυμάτια και έγκαρπα στη θέση καλοχτενισμένων μαλλιών· [έκαναν τέλος] τις ραβδώσεις του κορμού του κίονα να κατεβαίνουν σαν πτυχές εσθήτας».

Έτσι οι αρχαίοι επινόησαν αρχικά δύο κίονες: «τον έναν ανδρικό, γυμνό, χωρίς διάκοσμο, και τον άλλο με γυναικεία κομψότητα και στολίδια και με γυναικείες αναλογίες».

Και ο κορινθιακός κίονας, ο μεταγενέστερος από τους τρείς ρυθμούς της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και θεωρούμενος η εξέλιξη του ιωνικού ρυθμού; Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι «ο τρίτος ρυθμός, που ονομάζεται 'κορινθιακός', μιμείται την παρθενική λεπτότητα, καθώς οι παρθένες, τρυφερές στα χρόνια, έχουν λεπτότερα μέλη και τα στολίδια τους έχουν μεγαλύτερη χάρη».

Μετά την αντιστοίχιση του δωρικού κίονα με το άρρεν και του ιωνικού με το θήλυ, διερωτώμαι μήπως ο κορινθιακός αντιστοιχεί στο άφυλο όν, σε εκείνο που υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά των δύο φύλων.

Και εν πάση περιπτώσει, τί γύρευε ένας κορινθιακός κίονας στο βάθος του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος,

ο οποίος προσαγορευόταν επίσης Αλεξίκακος, όπως και από τους Αθηναίους, δηλαδή αυτό ςπου διώχνει το κακό, επειδή απέτρεψε απ' αυτούς την αρρώστια, Αποτρόπαιος, Παιήν, ως ιατρός των θεών, Καθάρσιος, Νουσολύτης (ο από νόσου απαλλάττων) και Σωτήρ;

[...] δεν στερείται σημασίας η αντιστοιχία την οποία βλέπει για τους τρείς ρυθμούς ο ελευθεροτεκτονισμός, αυτό το χωνευτήρι αρχαίων παραδόσεων. Σύμφωνα λοιπόν με την τεκτονική παράδοση, ο δωρικός κίονας συμβολίζει την ισχύ, ο ιωνικός τη σοφία και ο κορινθιακός το κάλλος.

*

Ο κίονας χρησίμευε αρχιτεκτονικά ως στήριγμα στέγης. Συμβολικά υποστηρίζει τα άνω και τα συνδέει με τα κάτω. Στην ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν περιοριζόταν όμως σ' έναν καθαρά αρχιτεκτονικό ρόλο, αλλά χρησίμευε και ως αναθηματικό μνημείο. [...]

Λόγω της καθετότητάς του, ο κίονας είναι ανοδικό σύμβολο. Αντιστοιχεί στη σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου σώματος, τον αξονικό δηλαδή σκελετό του κορμιού, ο οποίος, όπως και στον κίονα, αποτελείται από τους σπονδύλους που συνδέονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, υποστηρίζει την κεφαλή και συνδέει με τον κορμό τα άνω και κάτω άκρα μέσω της ωμικής και της πυελικής ζώνης και εγκλείει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό.

Εφόσον λοιπόν δεχτούμε ότι ο κίονας συμβολίζει τον άνθρωπο σε μία καθετότητα και εναρμόνιση ολόκληρου τού είναι του με την «ευθεία αίσθηση», τότε λογικά το κιονόκρανο που επιστέφει τον κίονα ισοδυναμεί με το ανθρώπινο κεφάλι.

[σημ. 30: Ως προς την «ευθεία αίσθηση» έχω να επισημάνω ότι κατερχόμενη ως ακτίνα φωτός που ενώνει τα άνω με τα κάτω, διασπά τον ΦΟ!ΒΟ, αποκαλύπτοντας, φανερώνοντας τον ΦΟΙΒΟ. Και όντως, μόνο το φώς εκμηδενίζει το σκότος, το φώς έξω βάλλει το φόβο].

Όσον αφορά τον άνθρωπο ο οποίος συμβολιζόταν μυστικά από τον μοναδικό κορινθιακό κίονα που υπήρχε στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, και δη στο σηκό, αντί κατά πάσα πιθανότητα του λατρευτικού αγάλματος του θεού, βλέπουμε ότι το κεφάλι του, εν προκειμένω το κιονόκρανο, ήταν ζωσμένο από φύλλα ακανθών. Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο εξέχων άνθρωπος, αυτό το Όν, ώστε να τιμηθεί με τόσο υψηλό τρόπο; Και ποιά η σχέση του με τον Απόλλωνα;

Μήπως κάποιοι έλληνες μύστες είχαν φροντίσει να προεικονιστεί, τέσσερις αιώνες νωρίτερα, σε τούτο το τέμενος του Απόλλωνος Σωτήρος, που προσωποποίησε στην αρχαιότητα τον Έλληνα Θείο Λόγο, το μαρτύριο του νέου Σωτήρος, του Ιησού, ιστορικής ενσάρκωσης του Θείου Λόγου στην εξελληνισμένη γή της Παλαιστίνης [...];

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 31-33, 33, 33-34, 34-35 και σημ. 30, σ. 51).

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

φώς από την ανατολική είσοδο του αδύτου, τα Επιφάνια


Θα το πιστέψετε λοιπόν, Νικολαΐδη;
Πνίγεται στα ρηχά η ψυχή και στα βαθιά βαθαίνει.
Μ’ ένα πανάκι στην καρδιά
κι ήλιο πλατύ στην ασημιά
ελιά τού αρχιπελάγου.*

Το φώς που έμπαινε από την ανατολική είσοδο του αδύτου [ενν. του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγάλειας] καθώς διοχετευόταν από τις δύο νοτιότερες και στραμμένες προς τον κυρίως ναό παραστάδες, θα πρέπει, ορισμένες ώρες, να έλουζε από πίσω τον κορινθιακό κίονα και να θάμπωνε τον πιστό που τον κοιτούσε κατενώπιον, έτσι που ο κίονας να χάνει τις λεπτομέρειες του γλυπτικού του διάκοσμου και να φαντάζει κι αυτός σαν παρουσία που απαγόρευε κάθε πρόσβαση στο άδυτο.

Ο κορινθιακός κίονας από την άλλη, στραμμένος προς τη βορεινή είσοδο του σηκού, θα πρέπει να αντίκριζε, κατά την εαρινή ισημερία, την επιστροφή του υπερβόρειου Απόλλωνος Ηλίου, ο οποίος κάθε χρόνο, κατά την φθινοπωρινή ισημερία, αποδημούσε στη χώρα των Υπερβορείων -λαό ευσεβή, ειρηνικό και δίκαιο όπως αναφέρεται από τον Ηρόδοτο αλλά και από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο-, όπου παρέμενε όλο το χειμώνα μέχρι και την άνοιξη οπότε επανερχόταν στη Δήλο επιβαίνοντας σε άρμα που το έσερναν διά μέσου του αιθέρα ζευγμένοι σε αυτό ακούραστοι κύκνοι ή γρύπες ή φερόμενος πάνω σε ένα από τα πτηνά ή τα μυθολογικά τούτα ζώα.

Το γεγονός τούτο γιορταζόταν στους Δελφούς με εκατόμβες και παρουσίαση του αγάλματος του Απόλλωνος στον λαό, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, ως Θεοφάνια ή Επιφάνια.

*

σημ. 27: Υπερβόρειους ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες, από τα χρόνια του Ησιόδου και του Πινδάρου, τους κατοίκους του απώτατου βορρά, γύρω από τους οποίους κυκλοφορούσαν πολλοί παράδοξοι θρύλοι εξαιτίας ίσως του γεγονότος ότι στη χώρα τους οι μέρες ήταν πολύωρες και οι νύχτες διαρκούσαν πολύ λίγο καθότι αυτή φωτιζόταν από αιώνιο φώς.

Άγνωστοι στον Όμηρο, ο Ηρόδοτος τούς θεωρούσε ως πραγματικό λαό. Κατά τον Στράβωνα (C 507), Υπερβορείους καλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς που κατοικούσαν βόρεια του Εύξεινου Πόντου, του Ίστρου (σημ. Δούναβη) και του Αδριατικού πελάγους.

*

σημ. 29: Στο μνημειώδες έργο του Ελλάδος περιήγησις, ο Παυσανίας δεν μνημονεύει κανένα ναό που να είναι αφιερωμένος στον Απόλλωνα Σωτήρα. Σε γνώση μας έχει περιέλθει μόνο ένας στην αρχαία Αμβρακία (σημ. Άρτα), του οποίου η οικοδόμηση χρονολογείται στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, γύρω στο 500 π.Χ. Ήταν δωρικού ρυθμού περίπτερος με πρόναο και επιμήκη σηκό, χωρίς οπισθόδομο, προσανατολισμένος από ανατολάς προς δυσμάς. Ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα Πύθιο και Σωτήρα.

Η Αμβρακία ήταν αποικία της Κορίνθου και γι' αυτό ήρθαν Κορίνθιοι να βοηθήσουν τους κατοίκους της στον πόλεμό της με τους Ηπειρώτες. Ταυτόχρονα ο Απόλλων ξεσήκωσε τον λαό της Αμβρακίας σε επανάσταση εναντίον του τυράννου Φάλαικου και επανέφερε την τάξη, την ισότητα και τη δικαιοσύνη στην πόλη. Γι' αυτό οι Αμβρακιώτες τον τιμούσαν από τότε ως Σωτήρα με γιορτές και συμπόσια.

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 30-31, 50-51, 51).

-----

* Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 48) στίχοι εκ του ποιήματος με τίτλο «Κοίλο τού καραβιού» και όλον πάλι τον καημό του! Αυτού κι οι στίχοι:

Και το πουλάρι χάλκινο
κι η γή βαθιά στο χώμα.


Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο


Από τα είκοσι περίπου γνωστά είδη άκανθας, οι μεν έλληνες αρχιτέκτονες μιμήθηκαν κυρίως την άγρια άκανθα που φύεται σε αφθονία στην Ελλάδα, οι δε ρωμαίοι την απαλή ή μαλακή που περιέβαλλε συνήθως τους οπωροφόρους κήπους της αρχαίας Ρώμης και που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο.

Ο σχεδόν σύγχρονος του Χριστού ρωμαίος αρχιτέκτονας και μηχανικός Μάρκος-Πωλλίων Βιτρούβιος απέδιδε τη σύλληψη του κορινθιακού κιονόκρανου στον αγνώστου πατρίδος και πατρός Καλλίμαχο, περίφημο πλάστη και τορευτή των τελευταίων δεκαετιών του Ε΄ π.Χ. αιώνα.

Ο Καλλίμαχος εργάστηκε κυρίως στις Πλαταιές, την Αθήνα και την Κόρινθο. Περίφημο έργο του ήταν, μεταξύ άλλων, ένας χρυσός λύχνος που, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, έκαιγε μπρος από το άγαλμα της θεάς Αθηνάς στο Ερέχθειο. Λεγόταν μάλιστα ότι μόνο μία φορά το χρόνο γέμιζαν αυτόν τον λύχνο με λάδι, επειδή η χωρητικότητά του ήταν τέτοια που αρκούσε για να μείνει διαρκώς αναμμένος μέχρι την ίδια ακριβώς μέρα του επόμενου χρόνου.

Ο Βιτρούβιος διέσωσε λοιπόν, στο τέταρτο βιβλίο (κεφ. 1ο) του δεκάτομου Περί αρχιτεκτονικής (De arhitectura) συγγράμματός του, που συνέταξε μεταξύ των ετών 31 και 32 π.Χ., την εξής ωραία και ευφάνταστη παράδοση σχετικά με το πώς ο Καλλίμαχος εμπνεύστηκε αρχικά και κατόπιν επινόησε το κορινθιακό κιονόκρανο:

«Μια Κορίνθια παρθένος κόρη, σε ηλικία γάμου, αρρώστησε και πέθανε. Μετά την ταφή, η τροφός της μάζεψε τα πράγματα που αγαπούσε η κόρη, όταν ζούσε, τα έβαλε μέσα σ' ένα καλάθι και -για να διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρόνο στο ύπαιθρο- τα σκέπασε μα μία κέραμο· το καλάθι το τοποθέτησε στο μνήμα, τυχαία πάνω στη ρίζα μιας άκανθας.

Την άνοιξη η ρίζα, παρότι πιεζόταν από το βάρος, έβγαλε φύλλα και μίσχους μέσα στο καλάθι. Οι μίσχοι αναρριχήθηκαν στις πλευρές του καλαθιού, βγήκαν προς τα έξω και περιελίχθηκαν αναγκαστικά -λόγω του βάρους των άκρων της κεράμου- σε έλικες.

Ο Καλλίμαχος, τον οποίο οι Αθηναίοι αποκαλούσαν 'κατατηξίτεχνο' [σημ.: Στα ελληνικά μέσα στο λατινικό κείμενο.] (δηλαδή λίαν έντεχνο), επειδή δούλευε το μάρμαρο με λεπτή και ωραία τέχνη, περνώντας τυχαία από το μνήμα, παρατήρησε το καλάθι με τα τρυφερά φύλλα που μεγάλωναν γύρω του. Γοητευμένος από το καινοφανές της μορφής αυτής, έφτιαξε, χρησιμοποιώντας την ως πρότυπο, κίονες για τους Κορινθίους (1.9)» [σημ.: Σε μετάφραση Παύλου Λέφα.]

Δεν μπορούμε να ξέρουμε από πού άντλησε ο Βιτρούβιος, τέσσερις αιώνες αργότερα, αυτή την πληροφορία. Πάντως, ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνεται σε αληθινό γεγονός, αλλά αποτελεί καθαρή μυθοπλασία του συγγραφέα -πράγμα που μού φαίνεται απίθανο-, δεν παύει να είναι άκρως γοητευτική. [...]

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 18-20).

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ad Deum datum


Πώς να καλέσεις
Αδεοδάτο τον Θεόδωρο
και την Πολύτιμη Διοτίμα.
Σαν νάταν οι ανάδοχοι
τελώνια και παγανικά.*

ΑΙΓΕΥΣ

[...]

Αλάργα στης απρόσβατης χώρας το δρυμό
ανακλαδίζεται το νησί
ακουμπώντας στους ώμους της βεβαιότητας
σα κηλίδα στον ήλιο.

Κι ομπρός το γκαστρωμένο πέλαγος
με τους ψυχοπομπούς της καταιγίδας
θα ξεβράσει νεκρό το γουρούνι του φόβου
και της συντελεσμένης νίκης το οικόσημο.

Σαν ανδρικού κορμού το τρίτο πόδι
τόσον αβόλετη εστάθη
η εντολή
να μην αμελή-
σουν
, αν πρέπει
ν' αλλάξουν τα μαύρα ιστία
.

*

ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Ένα μεστωμένο πόθον είδε
στα φτερά ν' αρμοδένει του χελιδονιού.
Ύστερα ένα δράγμα από ακτίνες
διαλύθηκε στην παρυφή του ασφοδελώνα.
Απίθωσε την κεφαλή στα χέρια του
ο πρώτος άνθρωπος και ρώτησε
γιατί
.

*

ΙΩΝΙΑ

Στα 1922 χρόνια η Ιωνία χάθηκε
για πάντα.
Η Ιωνία, μια πηγή και μια μάνα.
Στοχάσου τις αθόρυβες πράξεις,
που μάς παραστέκουνται
στη συνειδητοποίηση του μεγάλου πόνου.
Έτσι σχηματίζονται αγάλια-αγάλια
τα έργα του ανθρώπου και τα βουνά
.
[...]
Εμπροστά στη φθορά,
που ορμάει κι απλώνεται
σα τη κρυαδερή και γανιασμένη
ριπή του χειμώνα,
ξεθωριάζει και του γραικού η λαχτάρα
και του τούρκου η έπαρση.
[...]
Στην Ιωνία πάσκισε ο άνθρωπος
να πλάσει το πρόσωπο του θεού
.
Κι έπλασε τέλος
το δικό του συλλογισμένο πρόσωπο
.

Παράμερα σκουριάζουνε λυπητερά
τα σάνδαλα του Εμπεδοκλή.**



Δημ. Λιαντίνης, Οι ώρες των άστρων (έκδ. Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 2006, σσ. 81-82, 96, 88-89). -Το motto εκ του ποιήματος ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ (ό.π., σ. 97), ένθα και η σημείωση της συζύγου του, Νικ. Λιαντίνη: «Πρόκειται για εξελληνισμένη απόδοση του λατινικού «Ad Deum datum», που παραπέμπει στο όνομα του πατέρα του Λιαντίνη Θεόδωρος». Κι η κατακλείδα στίχοι του ιδίου από το ποίημα «ΚΡΑΤΗΡ» (ό.π., σ. 80). Ποιήματα όλα απ' την ενότητα «Η όγδοη μέρα».

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

της βρυαρής άνοιξης αποθεώνοντας τα σφυρά


Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.*

άστρων κάτοιδα νυκτέρων ομήγυριν,
και τους φέροντας χείμα και θέρος βροτοίς
λαμπρούς δυνάστας
...**

ΔΙΔΥΜΟΙ

Στους καλαμιώνες σέρνονται σαύρες
και ανατριχίλες
στης λυγερής την άρνηση,
που για πολύ παρθένα δε θα είναι.
Κύκνος έγινε
του θεού ο φαλλός
κι ο λυγμός.

*

ΠΑΡΘΕΝΟΣ

Η ανάσα των βυθών
εθόλωσε την ευδία
στις αλκυονίδες ακτές.
Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού
ασπαίρει η παντοδυναμία
του αμίλητου χρόνου.
Η αμήχανη μνήμη
που την έκρυψαν οι λαγκαδιές του μέλλοντος
σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού.
Ζαρκάδι ριγηλό δρομάει στο ζαλισμένο δάσος
γυρεύοντας πόρο
.

*

ΠΕΡΣΕΥΣ

Από κοντά να ιδώ τον σαματά των κήπων
και τον νότο λαμπερούς σταλαγμίτες να σκορπίζει
της βρυαρής άνοιξης αποθεώνοντας τα σφυρά.
Και να ιδώ τον ήλιο στα ψηλάλωνα
βουκολικά ειδύλλια σισυρίζοντας
πώς κυβερνά την κιβωτό της ήβης
.
Νάναι το φώς καλό
και στις πηγές τα παρθένια τιτυβίσματα
.
Και νάναι τ' Αηγιωργού
ανήμερα που τ' αποκαλυπτήρια θα τελέσω
του δίκαιου Πηγαιμού.
Ιχνευτής του ατλαντικού πελάγους
και έμπιστος του δυνατού ασβέστη
θα λαμπροφορέσω το μέλλον με θυρεούς.

*

ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Ποτάμι στον ουρανό σε τύλιξε και σε μαστιγώνει.
Τί να γίνεται τάχατες στο Αιγαίο!
Αστράφτει ακόμα η γύμνια της θάλασσας;

[...]

Στη Νάξο, πέρα κεί [...]
Περπατάς στα βήματα της παλιάς Αριάδνης
με την αναμονή που όλο και πιο βαθειά σε κυριεύει.
Συντροφιασμένη την απουσία του αναμενόμενου θεού.
Εκείνου του κισσοστεφανωμένου αλήτη
που έφτασε κάποτε να σ' ανεβάσει στ' αστέρι.

[...]

Νυχτοφυλακίες, του σπουργίτη σύνεση, ρεσάλτα των ανέμων.
Τριγυρίζεις δίπλα μου με σκισμένο το γέλιο σου
με το ρούχο σου πάνω απ' τα γόνατα,
καθώς οι αρχαίες νύφες, που σκηνώναν στις πηγές των νερών
και τραγουδούσαν.
Έτσι συντελείς το θάμα της μεταμόρφωσης.
Και γίνεται ο άλικος πόθος κίνηση στα μακρυά σου δάχτυλα.
Φωνή στο μουσικό σου ξύλο. Καθισμένη σε βλέπω να παίζεις,
να μερεύεις τ' αγρίμια και να ξαναγριεύεις τα ζώδια.
Ύστερα αποκοιμίζεις τον Ύπνο στις ανοιχτές σου παλάμες.
Ώρα που οι καταρράχτες της νύχτας
γίνονται σιωπηλοί γαλαξίες
.

Των αγρών όλοι οι μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε και λούζονται
στην κολυμπήθρα των σπασμών.***

Κι έρχοντας
μίλησες για τη γαλήνη του θεού
που βυζαίνει τη θηλή ενός άστρου.

Δημ. Λιαντίνης, Οι ώρες των άστρων (έκδ. Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 2006, σσ. 28, 52, 54, 32, 32, 33). -Το motto της συζύγου του, Νικ. Λιαντίνη από το «Προλόγισμα» της συλλογής (ό.π., σ. 12). Το δεύτερο motto εκ του Αισχύλου και motto όλης της συλλογής (ό.π., σ. 15). Και η πρώτη κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 39) και δη απ' το ποίημα «Κένταυρος», ειν' οι τελευταίοι στίχοι. Ομοίως τελευταίοι κι οι στίχοι απ' το ποίημα «Ηνίοχος», εκ του ιδίου (ό.π., σ. 30).

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

επαναστατικό υλικό


Ο Ρήγας με τη Χάρτα εφάρμοσε πριν διακόσια χρόνια μια μοντέρνα (με τα σημερινά δεδομένα) 'επικοινωνιακή πολιτική'. Χρησιμοποίησε γι' αυτό, έναν χάρτη για τη μεταφορά μεγάλου πλήθους πληροφοριών με πολλαπλά 'μέσα' (εκτός από τα κλασικά γεωγραφικά) όπως θεματικούς κώδικες, σύμβολα, κείμενα, εικόνες, γραφήματα, μηνύματα και παραστάσεις. Και όλο αυτό το πλήθος των πληροφοριών, σε συμπύκνωση και περιληπτική οπτικοποιημένη μορφή, προκειμένου να επιτύχει την αμεσότητα και ταχύτητα μετάδοσης και διάδοσης όσων ήθελε να πεί.

Το επικοινωνιακό αυτό πολυμέσο, που είναι η Χάρτα, δίκαια ο Αυστριακός ανακριτής χαρακτήρισε με συστηματική επιμονή στο ανακριτικό υλικό του, ως επαναστατικό.

Η Χάρτα, μαζί με τον Πίνακα του Αναξίμανδρου και την Γεωγραφία του Πτολεμαίου είναι οι τρεις μέγιστοι σταθμοί της Ελληνικής Χαρτογραφίας σε διάστημα 25 αιώνων, από τους Ίωνες χαρτογράφους μέχρι τον Ρήγα.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία έκαναν έναν Χάρτη, Γεωστρατηγική ο Αναξίμανδρος, Επιστήμη ο Πτολεμαίος, και Επανάσταση ο Ρήγας!

*

Στη Βιέννη αυτήν την εποχή, στα 1797, βρίσκονταν και ο εκ Κοζάνης καταγόμενος, Γεώργιος Σακελλάριος, ο οποίος σπούδαζε ιατρική και ήταν μαθητής του διάσημου καθηγητού, ιατρού Πέτρου Φραγκ, διευθυντή του περίφημου νοσοκομείου της Βιέννης. [...]

Ο Γεώργιος Σακελλάριος (1765-1838) είχε αρχίσει να μεταφράζει από τα γαλλικά το βιβλίο του Βαρθελεμή «Το ταξείδι του Νέου Ανάχαρση στην Ελλάδα» (Voyage de jeune Anacharsis en Gréce), που είχε πρωτοεκδοθεί στο Παρίσι, λιγα χρόνια πρωτύτερα, στα 1788. Έκτοτε, εκδόθηκε πολλές φορές και μάλιστα είχε μεταφραστεί και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Ο Βαρθελεμή (J.-J. Barthelemy, 1716-1795) ήταν αρχαιολόγος και λογοτέχνης, ο οποίος έγραψε αυτήν τη μυθιστορηματική περιήγηση στα μέσα του 4ου αιώνος π.Χ. στην Ελλάδα, γραμμένη με επιστημονική ακρίβεια, με πολλές παραπομπές και κείμενα από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Βαρθελεμή ζωντάνευε το αρχαίο μεγαλείο της Ελλάδος.

Οι Έλληνες αγάπησαν το βιβλίο και το διάβαζαν στο γαλλικό πρωτότυπο ή σε ιταλικές ή γερμανικές μεταφράσεις. Χαρακτηριστικά, ο Γεώργιος Σακελλάριος γράφει στον πρόλογο του πρώτου τόμου του βιβλίου «Περιήγησις του Νέου Αναχάρσιδος εις την Ελλάδα» (Βιέννη 1797) ότι οι Έλληνες «εδρόσιζον το βιβλίο με δάκρυα, βλέποντες εν αυτώ ζωηροτάτως εκτεθειμένας τας πράξεις και την εικόνα των λαμπρών προγόνων μας. [...]».

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 83, 20, 21).