Απαντώντας στο ερώτημα «Μπορώ άραγε να αγαπήσω, εγώ πρώτος;» με την απώλεια της δωρεάς που φτάνει ώς την απώλεια του εαυτού, ο αγαπών κατακτά κάλλιστα μια ασφάλεια – εννοώ την καθαρή και απλή ασφάλεια του συγκεκριμένου γεγονότος ότι αγαπά. 'Οταν αγαπώ σε βαθμό που να θυσιάζω τα πάντα, αισθάνομαι όντως μια αναμφίλεκτη, ακατάλυτη και απροϋπόθετη ασφάλεια, αλλά μόνο την ασφάλεια ότι αγαπώ – και αυτό αρκεί. Ο αγαπών βρίσκει μια απόλυτη ασφάλεια στην αγάπη – όχι την ασφάλεια του να είναι, ούτε αυτήν του να είναι αγαπημένος, αλλά αυτήν του αγαπάν. Και έχει την εμπειρία της μέσα στην απουσία της αμοιβαιότητας. Ας υποθέσουμε ότι ένας αγαπών αγαπά – αλλά χωρίς ανταπόδοση, επειδή δεν τον αγαπούν ή παύουν να τον αγαπούν. 'Εχασε; Τί έχασε; Θα έχει χάσει ασφαλώς την ασφάλεια ότι τον αγαπούν· αλλά επ' ουδενί την ασφάλεια του ότι αγαπά – φτάνει τουλάχιστον να εξακολουθεί να αγαπά, χωρίς να περιμένει καμιά αγάπη σε ανταπόδοση. Την ασφάλεια αυτή θα την κρατάει όσο συχνά θέλει και για όσο θέλει – όσο θα αγαπά, πρώτος αυτός και, κυρίως, τελευταίος. 'Οταν ένας έρωτας έχει ξεπεράσει την αμοιβαιότητα εν γένει, ποιός χάνει και ποιός κερδίζει; Για τη φυσική στάση, κερδίζει αυτός που έπαψε να αγαπά – κερδίζει όντως ότι δεν αγαπά πια· αλλά έτσι έχει χάσει την αγάπη. Για την ερωτική αναγωγή, κερδίζει αυτός που εξακολουθεί να αγαπά, επειδή με τον τρόπο αυτό κρατάει την αγάπη, ή την πρωτοβρίσκει.
Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 143-144).
